ποιμήν

ὁ ποιμήν, ένος пастух, пастырь (ср. Пимен)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ποιμήν" в других словарях:

  • ποιμήν — ο см. ποιμένας …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ποιμήν — herdsman masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποιμήν — Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας, αναχωρητής. Έζησε σε έρημο της Αιγύπτου από το 385 ως το 451. Αρνήθηκε να δει τη μητέρα του και την αδερφή του, όταν πήγαν να τον δουν για να μη δει πρόσωπα γυναικών και κολαστεί η ψυχή του. Η μνήμη του… …   Dictionary of Greek

  • Λύκος καὶ ποιμήν. — См. Козла пустить в огород …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ποιμένα — ποιμήν herdsman masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένας — ποιμήν herdsman masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένε — ποιμήν herdsman masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένες — ποιμήν herdsman masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένι — ποιμήν herdsman masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένοιν — ποιμήν herdsman masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένος — ποιμήν herdsman masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.